Τετάρτη, 7 Ιουλίου 2010

Κατάθεση του σχεδίου νόμου «Ρύθμιση των Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων» στη Βουλή

http://www.efpolis.gr/index.phpΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ
Ημερομηνία: Τετάρτη, 30 Ιουνίου 2010
Θέμα: Κατάθεση του σχεδίου νόμου «Ρύθμιση των Οφειλών Υπερχρεωμένων
Φυσικών Προσώπων» στη Βουλή
Κατατέθηκε σήμερα, Τετάρτη 30 Ιουνίου 2010, στη Βουλή το σχέδιο νόμου για
τη ρύθμιση των χρεών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων. Πρόκειται για
ένα σχέδιο νόμου, το οποίο ενδυναμωμένο μέσα από τις εκτενείς διαδικασίες
διαβούλευσης που προηγήθηκαν, δίνει την προοπτική απεγκλωβισμού των
υπερχρεωμένων καταναλωτών και επαγγελματιών από την υπερχρέωση και τη
δυνατότητα να πραγματοποιήσουν πλέον ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα, χωρίς
τα ανυπέρβλητα βάρη του παρελθόντος.
Με το σχέδιο νόμου η Κυβέρνηση υλοποιεί μία από τις σημαντικότερες
προεκλογικές της δεσμεύσεις, δίνοντας στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που
βιώνουν τις τραγικές συνέπειες της υπερχρέωσης μία δεύτερη ευκαιρία. Τα
νοικοκυριά αυτά έχουν πλέον, με την προοπτική που τους ανοίγεται, κάθε
λόγο να εξαντλήσουν τις δυνατότητές τους για την αποπληρωμή του χρέους
εκείνου που μπορούν πράγματι να εξυπηρετήσουν. Στις κρίσιμες συνθήκες
που βρισκόμαστε η Πολιτεία έχει μεγαλύτερο ακόμη χρέος να στηρίξει τους
αδύναμους συμπολίτες μας, να τους διασφαλίσει ανθρώπινες συνθήκες
διαβίωσης, να προάγει την επανένταξη και συμμετοχή τους στην οικονομική
και κοινωνική δραστηριότητα. Και σε αυτό το χρέος ανταποκρίνεται με το
παραπάνω σχέδιο νόμου.
Ειδικότερα:
1) Το σχέδιο νόμου δίνει τη δυνατότητα στους υπερχρεωμένους πολίτες που
έχουν περιέλθει σε αποδεδειγμένη μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη
τους, να ρυθμίσουν την εξόφληση ενός μέρους των χρεών τους για τέσσερα
χρόνια, και εφόσον ανταποκριθούν στη ρύθμιση να απαλλαγούν από το
υπόλοιπο των χρεών τους.
2) Στις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου υπάγονται όλα τα φυσικά πρόσωπα,
καταναλωτές και επαγγελματίες, με εξαίρεση τους εμπόρους, οι οποίοι όμως
έχουν από την υφιστάμενη νομοθεσία τη δυνατότητα να προσφύγουν στη
διαδικασία του πτωχευτικού κώδικα.
3) Με το σχέδιο νόμου ρυθμίζονται όλα τα χρέη προς τράπεζες
(καταναλωτικά, στεγαστικά, επαγγελματικά) καθώς και όλα τα χρέη προς
τρίτους, με εξαίρεση οφειλές από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο,
διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, οφειλές από φόρους και τέλη προς το
Δημόσιο και εισφορές προς τους οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.
4) Ο οφειλέτης, του οποίου οι οφειλές ρυθμίζονται, αναλαμβάνει την
υποχρέωση να καταβάλλει κάθε μήνα και για χρονικό διάστημα τεσσάρων
ετών ένα μέρος του εισοδήματός του στους πιστωτές. Το ποσόν που θα
καταβάλει καθορίζεται από το δικαστήριο με βάση τα εισόδημά του και αφού
ληφθούν υπόψη οι βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών
της οικογενείας του. Το μέρος του χρέους που θα εξοφλήσει ο οφειλέτης
εξαρτάται λοιπόν από το εισόδημα που διαθέτει και τις πραγματικές του
δυνατότητες. Δεν ορίζεται στο σχέδιο νόμου κάποιο ελάχιστο ποσοστό χρέους
που θα πρέπει να ξοφλήσει. Το δικαστήριο μπορεί ακόμη και να απαλλάξει τον
οφειλέτη από την υποχρέωση να καταβάλει μηνιαία ένα ορισμένο ποσόν
όταν αυτός βρίσκεται σε εξαιρετικά δυσχερή θέση (π.χ. λόγω ανεργίας,
προβλημάτων υγείας), επανεξετάζοντας όμως κάθε φορά την κατάσταση
μετά από έξι περίπου μήνες.
5) Η περιουσία του οφειλέτη ρευστοποιείται για την ικανοποίηση των
πιστωτών. Ο οφειλέτης έχει όμως τη δυνατότητα να εξαιρέσει από τη
ρευστοποιήσιμη περιουσία την κύρια κατοικία του, αναλαμβάνοντας, με
ευνοϊκό επιτόκιο και με δυνατότητα περιόδου χάριτος, για χρονικό διάστημα
που μπορεί να φθάνει μέχρι 20 έτη, την εξυπηρέτηση χρεών που αντιστοιχούν
στο 85% της εμπορικής αξίας της κατοικίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο
προστατεύονται οι συνθήκες διαβίωσης της οικογένειας του υπερχρεωμένου,
δίχως να θίγονται τα συμφέροντα των πιστωτών, και ιδίως των τραπεζών από
τα εξασφαλισμένα με υποθήκη στεγαστικά δάνεια.
6) Αρμόδιο Δικαστήριο ορίζεται το Ειρηνοδικείο του τόπου που κατοικεί ή
διαμένει ο οφειλέτης. Εφαρμόζεται η εκούσια δικαιοδοσία που επιτρέπει στο
δικαστήριο την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων. Δεν είναι συνεπώς
απαραίτητη η παράστασή του με δικηγόρο. Η διαδικασία έχει σχεδιασθεί κατά
τρόπο που οι δαπάνες στις οποίες θα υποβληθεί ο οφειλέτης να είναι οι
ελάχιστες δυνατές. Θα εκδοθούν σχετικά έντυπα από τα αρμόδια υπουργεία
ώστε να διευκολύνεται ο οφειλέτης στη συμπλήρωση και υποβολής της
αίτησης ρύθμισης.
7) Το Ειρηνοδικείο δικάζει την υπόθεση μέσα σε έξι μήνες από την κατάθεση
της αίτησης. Η έφεση δεν αναστέλλει την εκτέλεση της απόφασης. Για να
ανταποκριθεί η Δικαιοσύνη στον όγκο των υποθέσεων που θα προστεθούν σε
εφαρμογή του νόμου δημιουργούνται ογδόντα νέες θέσεις ειρηνοδικών.
8) Σε περίπτωση που μετά την κατάθεση στο δικαστήριο της αίτησης του
οφειλέτη για ρύθμιση των χρεών ξεκινήσει ή συνεχιστεί οποιαδήποτε
αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της περιουσίας του, το δικαστήριο, μετά από
αίτημα του οφειλέτη που δικάζεται με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων,
διατάζει να σταματήσει η αναγκαστική εκτέλεση, εφόσον εκτιμά ότι ο οφειλέτης
θα υπαχθεί σε ρύθμιση. Για την περίπτωση των στεγαστικών δανείων θα
πρέπει ο οφειλέτης να καταβάλει από την υποβολή της αίτησης και μέχρι την
έκδοση της απόφασης από το δικαστήριο τη δόση ενήμερης οφειλής. Δεν
υποχρεούται όμως να εξοφλήσει τις τυχόν μέχρι τότε ληξιπρόθεσμες δόσεις.
9) Το σχέδιο νόμου υποχρεώνει τα μέρη (οφειλέτη και πιστωτές) να
επιδιώξουν μία συμβιβαστική λύση, τόσο πριν την υποβολή της αίτησης στο
δικαστήριο όσο και μετά από αυτή.
Εξωδικαστικός συμβιβασμός
Την προσπάθεια συμβιβασμού πριν την υποβολή της αίτησης για τον οφειλέτη
αναλαμβάνει ο Συνήγορος του Καταναλωτή ή Επιτροπή Φιλικού
Διακανονισμού που λειτουργεί ήδη σε κάθε νομαρχία ή Ένωση Καταναλωτών
ή δικηγόρος ή άλλος δημόσιος φορέας που συνδράμει καταναλωτές σε
ζητήματα υπερχρέωσης.
Δικαστικός συμβιβασμός
Ο συμβιβασμός ενώπιον του Δικαστηρίου είναι δυνατόν να επιτευχθεί ακόμη κι
αν δεν συμφωνούν όλοι οι πιστωτές, αλλά συμφωνούν μόνο πιστωτές με
απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των οφειλών. Το δικαστήριο μπορεί να
υποκαταστήσει τη συναίνεση των αντιτιθεμένων εφόσον κρίνει ότι ο
συμβιβασμός δεν επιδεινώνει τη θέση τους και εξασφαλίζεται η σύμμετρη
ικανοποίησή τους. Για το συμβιβασμό θα πρέπει πάντως να συμφωνούν οι
ενυπόθηκοι δανειστές.
Το σχέδιο νόμου δίνει για πρώτη φορά διαπραγματευτική δύναμη στους
υπερχρεωμένους απέναντι στους πιστωτές του και δημιουργεί κίνητρα και στις
δύο πλευρές για μία συμβιβαστική διευθέτηση των οφειλών.
10) Το σχέδιο νόμου λαμβάνει με πλήθος διατάξεων ιδιαίτερη μέριμνα για την
αποτροπή καταχρήσεων σε βάρος των πιστωτών. Ενδεικτικά: Η διαδικασία
εφαρμόζεται μόνο στις περιπτώσεις της μη δόλιας αδυναμία πληρωμής, ενώ η
απαλλαγή του οφειλέτη από χρέη μπορεί να γίνει μόνο μία φορά στη ζωή του.
Προβλέπονται σοβαρές κυρώσεις και συνέπειες σε περίπτωση ανειλικρινούς
δήλωσης των περιουσιακών του στοιχείων και εισοδημάτων, ακόμη και η
ανάκληση της απαλλαγής από τα χρέη, εφόσον διαπιστωθεί εκ των υστέρων
η ψευδής δήλωση ή απόκρυψη περιουσιακών στοιχείων. Η υποχρέωση
ειλικρίνειας υφίσταται τόσο κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης όσο και κατά
τη διάρκεια της τετραετίας. Ο οφειλέτης οφείλει να δηλώνει στο δικαστήριο κάθε
σημαντική βελτίωση του εισοδήματός του. Ο άνεργος οφειλέτης οφείλει να
καταβάλλει τουλάχιστον προσπάθεια για την ανεύρεση εργασίας.
Καθυστέρηση καταβολής της μηνιαίας δόσης που ορίζεται για το χρονικό
διάστημα της τετραετίας πέραν του διμήνου συνεπάγεται την έκπτωση από τη
διαδικασία. Οι πιστωτές μπορούν με συνοπτικές διαδικασίες να έχουν
πρόσβαση στα στοιχεία του οφειλέτη στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. ή στον εργοδότη. Σε
περίπτωση απόρριψης της αίτησης νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά από
δύο έτη. Η υπαγωγή του οφειλέτη στη διαδικασία ρύθμισης των χρεών
καταχωρείται στον ΤΕΙΡΕΣΙΑ, όπου και μένει μέχρι πέντε χρόνια μετά την
απαλλαγή του από τα χρέη.

Σχέδιο Νόμου: «Ρύθμιση των Οφειλών Υπερχρεωμένων Φυσικών Προσώπων»

30 Ιουνίου, 2010 ΑΙΤΙΟΛΟΓΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ στο σχέδιο νόμου «ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ  ΟΦΕΙΛΩΝ  ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ»
Προς τη Βουλή των Ελλήνων

Ι. Γενικό Μέρος
Η εισοδηματική στενότητα, τα υψηλά επιτόκια στο χώρο ιδίως της καταναλωτικής πίστης, οι επιθετικές πρακτικές προώθησης των πιστώσεων, ατυχείς προγραμματισμοί, απρόβλεπτα γεγονότα στη ζωή των δανειοληπτών (απώλεια εργασίας κ.α.), αποτέλεσαν παράγοντες που, δρώντας υπό την απουσία θεσμών συμβουλευτικής υποστήριξης των καταναλωτών σε θέματα υπερχρέωσης,   συνέβαλαν ανενόχλητα  στην αυξανόμενη υπερχρέωση νοικοκυριών που, αδυνατώντας εν συνεχεία να αποπληρώσουν τα χρέη τους, υπέστησαν και υφίστανται, τις αλυσιδωτά επερχόμενες  καταστροφικές συνέπειές της.
Σημαντικό μέρος των πολιτών έχει οδηγηθεί σήμερα στη περιθωριοποίηση, καθώς, μη διαθέτοντας σοβαρή αγοραστική δύναμη και  δυνατότητα απεγκλωβισμού από την υπερχρέωση, δεν είναι σε θέση να σχεδιάσει τη συμμετοχή του στην οικονομική και κοινωνική ζωή. Η υπερχρέωση αναδεικνύεται πλέον ως ένα από τα μεγαλύτερα κοινωνικά προβλήματα και στη χώρα μας και ως σύγχρονο κοινωνικό κράτος δικαίου έχουμε καθήκον να αντιμετωπίσουμε.  Κανείς δεν μπορεί πια να αγνοεί την αδήριτη ανάγκη να δοθεί η πραγματική δυνατότητα  στους υπερχρεωμένους καταναλωτές και επαγγελματίες να πραγματοποιήσουν πλέον ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα  στη ζωή τους.
Με την κατάθεση του παρόντος Σχεδίου Νόμου στη Βουλή προς ψήφιση η Κυβέρνηση υλοποιεί μία σημαντικότατη δέσμευση, την οποία,  άλλωστε, είχε αναλάβει το ΠΑΣΟΚ με τον πλέον συγκεκριμένο τρόπο, όταν ως αξιωματική αντιπολίτευση κατέθεσε πρόταση νόμου για τη ρύθμιση χρεών των υπερχρεωμένων καταναλωτών, δίνοντας διέξοδο και προοπτική σε χιλιάδες υπερχρεωμένους δανειολήπτες και νοικοκυριά. Με τις διαδικασίες και τους θεσμούς που εισάγει το σχέδιο νόμου οι υπερχρεωμένοι πολίτες που έχουν αποδεδειγμένη και μόνιμη αδυναμία να εξυπηρετήσουν τα χρέη τους μπορούν να ρυθμίσουν την εξόφλησή τους με ευνοϊκότερους όρους αλλά και να απαλλαγούν από τα χρέη τους, εφόσον εξυπηρετήσουν για τέσσερα έτη με βάση το εισόδημα από την εργασία τους ένα μέρος των χρεών που καθορίζεται από το Δικαστήριο.
Με το σχέδιο νόμου καθιερώνεται ουσιαστικά και στη χώρα μας η δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του (της πτώχευσης του ιδιώτη), όταν δεν υφίστανται περιουσιακά στοιχεία για την ικανοποίησή τους και δεν επαρκούν προς τούτο ούτε τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του.  Σε αυτό το πλαίσιο η ρύθμιση των χρεών και η απαλλαγή από αυτά, εφόσον ο οφειλέτης εξαντλήσει για ορισμένο χρονικό διάστημα τις δυνατότητες εξυπηρέτησης των χρεών, προβάλλουν εκ των πραγμάτων ως ένα σημαντικό εργαλείο στην αντιμετώπιση του  θεμελιώδους για την συνοχή της κοινωνίας μας αυτού προβλήματος. Άλλωστε, υπάρχουν πλείστα παραδείγματα άλλων χωρών, με αφετηρία αυτό των Ηνωμένων Πολιτειών (13ο κεφάλαιο της Bankruptcy Reform Act, 1978), που διαθέτουν ήδη από μακρού ρυθμίσεις για την απαλλαγή των υπερχρεωμένων ιδιωτών από τα χρέη τους, όταν αυτοί αδυνατούν να ανταποκριθούν σε αυτά, παρόμοιες με αυτές που θεσπίζονται με το παρόν σχέδιο νόμου (έτσι ενδεικτικά ο Καναδάς, η Ιαπωνία, η Μεγάλη Βρετανία, η Δανία από το 1982, η Ελβετία, η Νορβηγία, η Σουηδία και η Αυστρία  από το 1994, η Ολλανδία από το 1998,  η Γερμανία σε ισχύ από 1999, το Βέλγιο από το 1999, η Γαλλία από το 2003, η Πορτογαλία από το 2004, η Τσεχία  από το 2008).
Η δυνατότητα της ρύθμισης για το φυσικό πρόσωπο των χρεών του με απαλλαγή από αυτά βρίσκει τη νομιμοποίησή της ευθέως στο ίδιο το κοινωνικό κράτος δικαίου που επιτάσσει να μην εγκαταλειφθεί ο πολίτης σε μία χωρίς διέξοδο και προοπτική κατάσταση, από την οποία, άλλωστε, και οι πιστωτές  δεν μπορούν να αντλήσουν κανένα κέρδος. Μία τέτοια απαλλαγή χρεών δεν παύει όμως να εξυπηρετεί και ευρύτερα το γενικό συμφέρον, καθώς οι πολίτες επανακτούν ουσιαστικά μέσω των εν λόγω διαδικασιών την αγοραστική τους δύναμη προάγοντας την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα.
Η εν λόγω διαδικασία διαφέρει  από την πτώχευση των εμπόρων όσον αφορά τον επιδιωκόμενο σκοπό. Ενώ στην τελευταία προτάσσεται κατά βάση η ικανοποίηση των πιστωτών, με μοιραίες συχνά συνέπειες για την επιχείρηση, στόχος των εν λόγω διατάξεων είναι η επανένταξή του υπερχρεωμένου πολίτη στην οικονομική και κοινωνική ζωή με την επανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας που συνεπάγεται η εξάλειψη των χρεών που αδυνατεί να αποπληρώσει. Η συλλογική ικανοποίηση των πιστωτών αποβλέπει εν προκειμένω στη δυνατότητα μίας δεύτερης ευκαιρίας στο υπερχρεωμένο φυσικό πρόσωπο για ένα νέο οικονομικό ξεκίνημα, χωρίς τα ανυπέρβλητα  βάρη του παρελθόντος, με τη δυνατότητα απαλλαγής από υποχρεώσεις που έχει αναλάβει, εφόσον για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα εξαντλήσει τις δυνατότητες ικανοποίησης των πιστωτών του. Η (μερική έστω) ικανοποίηση των πιστωτών από το εισόδημα του οφειλέτη για μία συγκεκριμένη χρονική περίοδο προβάλλει ως δοκιμασία και επίδοση του οφειλέτη προκειμένου να επιτύχει με το πέρας αυτής το ευεργετικό αποτέλεσμα της απαλλαγής των χρεών.
Η πρόταση νόμου δίνει μία ρεαλιστική προοπτική απεγκλωβισμού από τα χρέη σε όλους τους υπερχρεωμένους πολίτες. Διασφαλίζει στα υπερχρεωμένα νοικοκυριά που θα θελήσουν να αξιοποιήσουν τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου ένα ελάχιστο επίπεδο οικονομικής διαβίωσης. Με μία πρωτοποριακή  ρύθμιση λαμβάνει ιδιαίτερη μέριμνα για τη διατήρηση και προστασία της κύριας κατοικίας των οφειλετών, αφού επιτρέπει σε αυτούς να την εξαιρέσουν από την ρευστοποίηση της περιουσίας τους. Τούτο δε υπό όρους και διαδικασίες  που δεν θίγουν τα συμφέροντα των πιστωτών.
Το σχέδιο νόμου που κατατίθεται στη Βουλή στηρίζεται στην αντίστοιχη πρόταση νόμου που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ στη Βουλή ως αξιωματική αντιπολίτευση. Ήδη πριν την κατάθεση της τελευταίας, είχε δοθεί σχέδιο αυτής προς διαβούλευση. Σε αυτή ανταποκρίθηκαν όλοι οι φορείς, καταθέτοντας τις παρατηρήσεις και τις προτάσεις τους.  Κοινή πεποίθηση όλων των πλευρών ήταν ότι η εν λόγω νομοθετική πρωτοβουλία ερχόταν να αντιμετωπίσει ένα πραγματικό, ιδιαίτερα μεγάλο και οξυμένο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας κατά τρόπο ουσιαστικό, σύγχρονο, θεσμικό, εναρμονισμένο με τις επιταγές ενός σύγχρονου κοινωνικού κράτους δικαίου. Παρατηρήσεις όλων των φορέων είχαν ληφθεί υπόψη στην τελική διαμόρφωση της πρότασης νόμου που είχε καταθέσει το ΠΑΣΟΚ ως αξιωματική αντιπολίτευση. Ωστόσο, και η τελευταία ετέθη εκ νέου προς διαβούλευση  από το Υπουργείο Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας, στην οποία υπήρξε μία τεράστια συμμετοχή ενδιαφερομένων και συγκεντρώθηκαν πλήθος παρατηρήσεων από πολίτες, φορείς και επιστημονικές ενώσεις. Παράλληλα, το σχέδιο νόμου απεστάλη προς έκφραση γνώμης και στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα,  η οποία και εξέδωσε την από 23.4.2010 γνώμη της. Το τελικό σχέδιο νόμου έλαβε την οριστική του μορφή με την αξιοποίηση και των πρόσφατων αυτών διαδικασιών διαβούλευσης.
ΙΙ. Ειδικό Μέρος: Επί των άρθρων
Με το πρώτο άρθρο καθορίζεται το πεδίο εφαρμογής του νόμου. Σε ρύθμιση και απαλλαγή υπάγονται χρηματικές οφειλές των μη εχόντων πτωχευτική ικανότητα φυσικών προσώπων. Εξαιρούνται οφειλές από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, οφειλές  από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους ΟΤΑ, τέλη προς ΝΠΔΔ και εισφορές προς τους  οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης. Προϋπόθεση υπαγωγής είναι, κατά τα ισχύοντα και στο πτωχευτικό δίκαιο, η επελθούσα – μη δόλια – μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρεών. Κάθε οφειλέτης μπορεί να αξιοποιήσει μόνο μία φορά τις ρυθμίσεις για την απαλλαγή χρεών, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου.
Σύμφωνα με τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου, η εν λόγω ρύθμιση χρεών με απαλλαγή του υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου από μέρος αυτών επιδιώκεται σε τρία στάδια. Στα δύο πρώτα (άρθρα 2 και 4) επιδιώκεται ουσιαστικά η ρύθμιση των χρεών και η απαλλαγή του από το υπόλοιπο αυτών με τη σύμφωνη γνώμη των πιστωτών και των πιστωτικών ιδρυμάτων. Τούτο καταρχήν στο πλαίσιο ενός εξωδικαστικού συμβιβασμού (άρθρο 2), και εν συνεχεία με την επιδίωξη ενός συμβιβασμού ενώπιον του Δικαστηρίου (άρθρο 7).
Το πρώτο στάδιο (άρθρο 2) εκτυλίσσεται πριν ακόμη την υποβολή της αίτησης και περιλαμβάνει την επιδίωξη εξωδικαστικής επίλυσης στη βάση ενός πλάνου εξυγίανσης των χρεών. Δεν ισχύουν  εκ του νόμου προδιαγραφές για την έναρξη της διαδικασίας αυτής. Τον υπερχρεωμένο οφειλέτη συντρέχουν στην επιδίωξη αυτή συγκεκριμένοι φορείς ή δικηγόρος που εκδίδουν, σε περίπτωση αποτυχίας του εξωδικαστικού συμβιβασμού, την αντίστοιχη βεβαίωση, η προσκόμιση της οποίας αποτελεί και προϋπόθεση για την  υποβολή της αίτησης ρύθμισης με απαλλαγή χρεών (άρθρο 4 παρ. 2α). Στο στάδιο αυτό τα μέρη είναι ελεύθερα να συμφωνήσουν ό,τι πράγματι κρίνουν προς το συμφέρον τους, ακόμη και σε ένα μηδενικό πλάνο, δηλαδή και την απελευθέρωση του οφειλέτη από το χρέος με την καταβολή ενός ποσού χωρίς περαιτέρω περίοδο εξόφλησης επιπρόσθετου μέρους του χρέους.
Άλλωστε, οι νέοι θεσμοί δημιουργούν και ισχυρά κίνητρα στα δύο μέρη να έρθουν σε μία μεταξύ τους συμφωνία. Οι οφειλέτες γιατί αντιλαμβάνονται ότι η απαλλαγή τους προϋποθέτει μία μακρόχρονη δοκιμασία που συνεπάγεται σημαντικούς περιορισμούς για τους ίδιους, ενδεχομένως και μετά την περάτωσή της. Οι πιστωτές και τα πιστωτικά ιδρύματα, γιατί γνωρίζουν ότι με την υποβολή της αίτησης και την προώθηση της διαδικασίας για τη ρύθμιση με απαλλαγή από τα χρέη το ύψος των καταβολών και η απαλλαγή από τα χρέη θα επέλθουν χωρίς τη σύμφωνη πλέον γνώμη τους. Έχουν, λοιπόν, συμφέρον, αν ο οφειλέτης υπόσχεται με ρεαλιστικούς με βάση το εισόδημά του όρους ή με ασφάλειες τρίτων την εξυπηρέτηση ενός μέρους του χρέους, που πιθανολογείται ότι θα μπορούσε να είναι υψηλότερο από αυτό που θα εισέπρατταν στη διάρκεια της διαδικασίας ρύθμισης με απαλλαγή  να έρθουν σε συμφωνία μαζί του.
Ένα σημαντικό στοιχείο από την εισαγωγή της διαδικασίας ρύθμισης με απαλλαγή από οφειλές είναι, λοιπόν, ότι συνεισφέρει στην ανάπτυξη μίας κουλτούρας συζήτησης, διαπραγμάτευσης και ρύθμισης των χρεών, που στη σημερινή πρακτική είναι σχεδόν ανύπαρκτη, καθώς μάλιστα δίνει τη δυνατότητα στους πιστωτές να πληροφορούνται την συνολική οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, τους κινδύνους και αδυναμίες εξυπηρέτησης των χρεών και να υιοθετούν ενόψει της πιθανής υπαγωγής του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του παρόντος σχεδίου νόμου ηπιότερες και ρεαλιστικότερες προσδοκίες.
Σε περίπτωση που δεν οδηγήσει σε κάποιο αποτέλεσμα η εν λόγω φάση, ο οφειλέτης δικαιούται να υποβάλει αίτηση για έναρξη της διαδικασίας απαλλαγής από τα χρέη.
Σύμφωνα με το  άρθρο 3 αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης  έχει την  κατοικία του, άλλως τη διαμονή του, το οποίο δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η τελευταία επιτρέπει στο δικαστήριο την αυτεπάγγελτη έρευνα των γεγονότων, καθώς αυτό μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέτρο και αποδείξεις, ώστε να σχηματίσει πλήρη δικανική πεποίθηση ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων εφαρμογής του νόμου.
Σύμφωνα με το άρθρο  4 η αίτηση πρέπει να περιέχει α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των πάσης φύσεως εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεών τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη. Ο οφειλέτης υποχρεούται περαιτέρω να προσκομίσει  βεβαίωση για τον εξωδικαστικό συμβιβασμό και υπεύθυνη δήλωσή του για την ορθότητα και  πληρότητά τους και για τις μεταβιβάσεις ακινήτων που προέβη την τελευταία τριετία. Με την αίτηση ή εντός ενός μηνός από την κατάθεσή της ο οφειλέτης καταθέτει στη γραμματεία έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την υπάρχουσα περιουσία του, τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους.
Σύμφωνα με το άρθρο 5 ο οφειλέτης επιδίδει αντίγραφα της αίτησης με  κλήση προς τους πιστωτές για να παρασταθούν στη συζήτησή της αλλά και πρόσκληση να λάβουν θέση επί του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών μέχρι τη συμπλήρωση δύο μηνών από την υποβολή της αίτησης. Αν δεν αντικρούσουν το σχέδιο οι πιστωτές εντός της παραπάνω προθεσμίας, τεκμαίρεται ότι το αποδέχθηκαν.
Σύμφωνα με την πρώτη παράγραφο του άρθρου 6 η υποβολή της αίτησης ρύθμισης δεν επιφέρει αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη. Ωστόσο, ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται έως την έκδοση της οριστικής απόφασης εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Επιδεικνύεται ιδιαίτερη μέριμνα για τη διαφύλαξη των συμφερόντων των καταναλωτών. Έτσι, η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη. Εξάλλου, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με τη δεύτερη παράγραφο,  με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί απόφαση επί της αίτησης ρύθμισης των οφειλών.
Σύμφωνα με την τρίτη παράγραφο του άρθρου 6 οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα παύουν να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους και υπολογίζονται με την αξία τους κατά το χρόνο υποβολής της αίτησης. Με την τέταρτη παράγραφο προβλέπεται ότι η  αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων για τις οφειλές από στεγαστικά δάνεια ανακαλείται αυτοδικαίως σε περίπτωση μη καταβολής από πλευράς του οφειλέτη του ποσού της ενήμερης τοκοχρεολυτικής δόσης που θα όφειλε να καταβάλει από το χρονικό σημείο κοινοποίησης της αίτησης, χωρίς να υπολογίζονται στο ποσόν αυτής προγενέστερες ληξιπρόθεσμες δόσεις. από την κοινοποίηση της αίτησης.
Το άρθρο 7 ρυθμίζει περαιτέρω τη διαδικασία δικαστικού συμβιβασμού. Αν προβληθούν αντιρρήσεις από τους πιστωτές προβλέπεται η δυνατότητα τροποποίησης του σχεδίου. Οι ημερομηνίες της κάθε επί μέρους φάσης έχουν προκαθορισθεί από το νόμο με αναφορά στην ημερομηνία υποβολής της αίτησης, ώστε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη να μπορούν με δική τους πρωτοβουλία να παρακολουθούν την εξέλιξή της, να ενημερώνονται και να συμμετέχουν στη διαδικασία. Σε περίπτωση διαφωνίας επιτρέπεται για μία φορά τροποποίηση του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών προκειμένου να επιτευχθεί συμβιβασμός. Αν διαφωνούν με το σχέδιο μεμονωμένοι πιστωτές, είναι δυνατόν να υποκατασταθεί η συναίνεσή τους από το ίδιο το δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αιτήσεως που ακολουθεί. Η υποκατάστασή τους μπορεί να γίνει, πάντως, μόνο αν εξυπηρετεί το γενικό συμφέρον των πιστωτών, αν δηλαδή σε αυτούς θα περιέλθει σε κάθε περίπτωση τόσο χρηματικό ποσό όσο θα προσδοκούσαν να λάβουν και μετά από μία ολοκληρωμένη διαδικασία ρύθμισης με απαλλαγή του οφειλέτη από τις οφειλές του. Αν το σχέδιο εκκαθάρισης γίνει αποδεκτό, έστω με υποκατάσταση της συναίνεσης ορισμένων πιστωτών,  το δικαστήριο επικυρώνει το σχέδιο, το οποίο αποκτά ισχύ δικαστικού συμβιβασμού, και η αίτηση για ρύθμιση θεωρείται ότι ανακλήθηκε.  Δεν επέρχεται η απαλλαγή από χρέη που δεν συμπεριελήφθησαν στις παραπάνω καταστάσεις και δεν ενημερώθηκαν οι πιστωτές τους.
Το άρθρο 8 αναφέρεται στη δικαστική ρύθμιση  οφειλών και απαλλαγή. Σε περίπτωση, λοιπόν, που δεν γίνει αποδεκτό σχέδιο εκκαθάρισης των οφειλών από τους πιστωτές, το δικαστήριο ελέγχει  πλέον την ύπαρξη τυχόν αμφισβητούμενων απαιτήσεων καθώς και  αν πληρούνται οι σχετικές  προϋποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών. Εφόσον πράγματι δεν επαρκούν τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη για την αποπληρωμή των χρεών, το δικαστήριο προχωρά στη ρύθμιση του μέρους των οφειλών που μπορεί να εξυπηρετηθεί και στην  απαλλαγή των υπολοίπων υπό τον όρο τήρησης της ρύθμισης. Η ικανοποίηση των πιστωτών γίνεται τόσο από τα εισοδήματα του οφειλέτη όσο και από την εκποίηση της περιουσίας του. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματα του οφειλέτη, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του συμμέτρως διανεμόμενο. Το ποσό αυτό μπορεί σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου να αναπροσαρμόζεται σε διαστήματα που αυτό ορίζει με βάση έναν αντικειμενικό δείκτη αναφοράς, λ.χ. τον δείκτη τιμών καταναλωτή. Με σκοπό τη διασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών θεσπίζονται στην παράγραφο 3 συγκεκριμένες υποχρεώσεις του οφειλέτη και κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης. Ο οφειλέτης υποχρεούται να διατηρεί και, αν δεν έχει,  να επιδιώκει κατάλληλη, με βάση τις υφιστάμενες βιοτικές του συνθήκες και την καλύτερη ικανοποίηση των πιστωτών,  εργασία ή επαγγελματική δραστηριότητα καθώς επίσης να γνωστοποιεί στη γραμματεία του δικαστηρίου όλες τις κρίσιμες μεταβολές. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης, λαμβάνοντας υπόψη τη βελτίωση των εισοδημάτων του, καταβάλει μεγαλύτερο ποσόν προς τους πιστωτές του, τούτο διανέμεται συμμέτρως.  Κίνητρο προς αυτή την κατεύθυνση δίνει άλλωστε η ρύθμιση της παραγράφου 4 που επιτρέπει αίτηση του πιστωτή  για τροποποίηση της ρύθμισης, που μπορεί μάλιστα να ισχύσει και αναδρομικά. Αίτηση για τροποποίηση της ρύθμισης μπορεί να υποβάλει και ο οφειλέτης όταν επιδεινώνονται τα εισοδήματά του. Θα ήταν, εξάλλου, άδικο και ασύμβατο με τον προστατευτικό σκοπό που έχει ο ίδιος ο νόμος, από την εν λόγω δυνατότητα ρύθμισης οφειλών και απαλλαγής  να αποκλειστούν πολίτες που αποδεδειγμένα και χωρίς υπαιτιότητά τους στερούνται (επαρκών) εισοδημάτων. Για τις περιπτώσεις που το δικαστήριο καθορίζει ιδιαίτερα χαμηλές μηνιαίες καταβολές και εκτιμά ότι μπορεί σύντομα να βελτιωθεί σημαντικά η οικονομική κατάσταση του οφειλέτη, μπορεί  να ορίσει δικάσιμο για την εξέταση του ενδεχόμενου εξυπηρέτησης μεγαλύτερου μέρους του χρέους.
Με το άρθρο 9 ρυθμίζεται η διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας και η προστασία της κύριας κατοικίας. Η ρευστοποίηση της περιουσίας διατάσσεται εφόσον κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών. Προβλέπεται ο ορισμός εκκαθαριστή μόνο σε περίπτωση ύπαρξης ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή αν αυτή κριθεί αναγκαία για την παρακολούθηση και υποβοήθηση της εκτέλεσης των όρων ρύθμισης ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών. Επιβεβαιώνεται η προνομιακή ικανοποίηση από την πώληση του πράγματος απαιτήσεων που διασφαλίζονται με εμπράγματη ασφάλεια. Με τη δεύτερη παράγραφο του άρθρου 9 εισάγεται η προστασία της κύριας κατοικίας του οφειλέτη κατά την διαδικασία ρύθμισης με απαλλαγή από τις οφειλές του. Ο τελευταίος μπορεί να ζητήσει την εξαίρεσή της από την περιουσία που ρευστοποιείται για την ικανοποίηση των πιστωτών. Σε αυτή την περίπτωση αναλαμβάνει την υποχρέωση, πέραν της εξυπηρέτησης της ρύθμισης οφειλών σύμφωνα με το άρθρο 8,  να εξοφλήσει ποσόν οφειλών μέχρι το 85% της εμπορικής αξίας του ακινήτου, όπως αυτή αποτιμάται από το Δικαστήριο. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο της κατοικίας ικανοποιούνται προνομιακά και κατά την τάξη τους από τις καταβολές αυτές του οφειλέτη. Η εξυπηρέτηση του πρόσθετου αυτού χρέους  γίνεται με επιτόκιο  που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η διάρκεια της αποπληρωμής καθορίζεται από το δικαστήριο, το οποίο μπορεί να παράσχει και περίοδο χάριτος, λαμβάνοντας υπόψη τη διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν οι πιστώσεις στον οφειλέτη. Η διάρκεια αποπληρωμής  δεν μπορεί πάντως να υπερβαίνει τα είκοσι έτη.
Το άρθρο 10 αναφέρεται στο καθήκον ειλικρινούς δήλωσης του οφειλέτη. Η ευδοκίμηση της διαδικασίας ρύθμισης με απαλλαγή χρεών προϋποθέτει την υποβολή από τον οφειλέτη ειλικρινών στοιχείων για τα εισοδήματά του, καθώς  η από δόλο ή βαριά αμέλεια παραβίαση της υποχρέωσης αυτής οδηγεί στην έκπτωση από τα ευεργετήματα της απαλλαγής χρεών. Εξάλλου, ο οφειλέτης που επιθυμεί να υπαχθεί σε αυτή οφείλει να επιτρέπει την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματά του. Παραβίαση των υποχρεώσεών του από δόλο επιφέρει έκπτωση από τη διαδικασία ρύθμισης με απαλλαγή χρεών και αδυναμία υποβολής νέας αίτησης για ρύθμιση χρεών για δύο έτη.
Το άρθρο 11 προβλέπει την πιστοποίηση της απαλλαγής από το υπόλοιπο των χρεών από το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές. Εξάλλου, αν ο πιστωτής καθυστερεί πέραν των δύο μηνών την εκπλήρωση υποχρεώσεων που έχει από τη ρύθμιση ή επανειλημμένα δυστροπεί, το δικαστήριο διατάζει μετά από αίτηση πιστωτή την έκπτωση από τη ρύθμιση.  Η μη ευδοκίμηση της απαλλαγής συνεπάγεται την αναβίωση της οφειλής, δίχως όμως τους τόκους ανατοκισμού.
Το άρθρο 12 προβλέπει ότι η εφαρμογή της διαδικασίας ρύθμισης με απαλλαγή χρεών δεν απαλλάσσει τον εγγυητή ούτε τους τυχόν εις ολόκληρον υπόχρεους, οι οποίοι ωστόσο μπορούν να υπαχθούν στην ίδια διαδικασία εφόσον πληρούν και οι ίδιοι τις προϋποθέσεις του νόμου. Εξάλλου, ρητά προβλέπεται ότι δεν θίγονται τα δικαιώματα των ενέγγυων πιστωτών επί του υπέγγυου πράγματος.
Το άρθρο 13 προβλέπει τη σύσταση αρχείου στη Γραμματεία κάθε Ειρηνοδικείου και ενός Γενικού Αρχείου στο Ειρηνοδικείο Αθηνών για την παρακολούθηση των αιτήσεων και την αποτροπή καταχρήσεων, την προστασία των πιστωτών και εφαρμογή  των διατάξεων του σχεδίου νόμου. Αυτοί οι επιδιωκόμενοι στόχοι καθορίζουν και την παραμονή στο Αρχείο των αιτήσεων και των αποφάσεων που εκδίδονται επ’ αυτών.
Το άρθρο 14 προβλέπει ως μόνα ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων του δικαστηρίου την έφεση και την αναίρεση.
Το άρθρο 15 προβλέπει την αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του πτωχευτικού κώδικα, όπου αυτή επιβάλλεται.
Σύμφωνα με το άρθρο 16 η  ρύθμιση χρεών με απαλλαγή από χρέη δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο επεξεργασίας δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς από πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των πέντε ετών από το χρονικό σημείο στο οποίο επέρχεται η απαλλαγή από οφειλές.
Το άρθρο 17 ρυθμίζει φορολογικά θέματα για τις διαγραφές απαιτήσεων πιστωτικών ιδρυμάτων που θα προκύψουν κατ’ εφαρμογή των διατάξεών του.
Το άρθρο 18 προβλέπει την αύξηση κατά 80 των θέσεων  Ειρηνοδικών προκειμένου να είναι σε θέση τα Ειρηνοδικεία να ανταποκριθούν στην αναμενόμενη από τις ρυθμίσεις του σχεδίου νόμου αύξηση των υποθέσεών τους.
Το άρθρο 19, με τις μεταβατικές διατάξεις, προβλέπει την έναρξη υποβολής αιτήσεων τέσσερις μήνες μετά την εισαγωγή του νόμου, διάστημα κατά το οποίο, ωστόσο, τα μέρη μπορούν να επιδιώξουν ήδη το εξωδικαστικό συμβιβασμό. Προβλέπεται δε, επιπροσθέτως, η αναστολή των πλειστηριασμών της μοναδικής κατοικίας, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους οφειλέτες που βρίσκονται σε μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής να αξιοποιήσουν την προστατευτική διάταξη της κυρίας κατοικίας, με την εξαίρεση αυτής από τη ρευστοποιήσιμη περιουσία, που εμπεριέχει το σχέδιο νόμου.
Το άρθρο 20 εμπεριέχει  την τελική διάταξη για την έναρξη ισχύος του νόμου.
Αθήνα,     Μαΐου 2010
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ  ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
ΛΟΥΚΑ Τ. ΚΑΤΣΕΛΗ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ
ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ









ΣΧΕΔΙΟ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗ ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΩΝ ΟΦΕΙΛΩΝ ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΠΡΟΣΩΠΩΝ



Άρθρο 1
Πεδίο Εφαρμογής

1. Φυσικά πρόσωπα που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους  (εφεξής οφειλέτες) δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών αυτών και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής.
2. Δεν επιτρέπεται η ρύθμιση οφειλών που α) έχουν αναληφθεί το τελευταίο έτος πριν την υποβολή της αίτησης για την έναρξη της διαδικασίας κατά την  παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος νόμου και β) που προέκυψαν από αδικοπραξία που διαπράχθηκε με δόλο, διοικητικά πρόστιμα, χρηματικές ποινές, φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης πρώτου και δευτέρου βαθμού, τέλη προς Νομικά Πρόσωπα Δημοσίου Δικαίου και εισφορές προς οργανισμούς κοινωνικής ασφάλισης.
3. Απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη του σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου  μπορεί να γίνει μόνο μία φορά.

Άρθρο 2

Διαδικασία εξωδικαστικού συμβιβασμού

1. Προϋπόθεση για την ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου υποβολή αίτησης του οφειλέτη για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή αποτελεί η εκ μέρους του καταβολή προσπάθειας επίτευξης εξωδικαστικού συμβιβασμού με όλους τους πιστωτές του και η αποτυχία αυτής, κατά το τελευταίο πριν την υποβολή της αίτησης εξάμηνο. Η προσπάθεια αυτή πραγματοποιείται με τη συνδρομή του Συνηγόρου του Καταναλωτή, Επιτροπής Φιλικού Διακανονισμού που προβλέπεται στο άρθρο 11 του ν. 2251/1994  (Α΄ 191), όπως ισχύει, ή Ένωσης Καταναλωτών που είναι εγγεγραμμένη στο Μητρώο που προβλέπεται στην  παράγραφο  4 του άρθρου 10 του ν. 2251/1994 ή του Μεσολαβητή Τραπεζικών Επενδυτικών Υπηρεσιών ή δικηγόρου ή άλλου δημόσιου ή ιδιωτικού μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα φορέα από αυτούς που ορίζονται με τη διαδικασία που προβλέπεται στην παράγραφο 3.
2. Αν η προσπάθεια εξωδικαστικού συμβιβασμού αποτύχει, ο φορέας ή ο δικηγόρος που βοήθησε την προσπάθεια συντάσσει βεβαίωση, στην οποία διαπιστώνεται η αποτυχία της προσπάθειας εξωδικαστικού συμβιβασμού. Αν επιτευχθεί με τη σύμφωνη γνώμη όλων των πιστωτών εξωδικαστικός συμβιβασμός,  συντάσσεται σχετικό πρακτικό, το οποίο αποτελεί τίτλο εκτελεστό από την επικύρωσή του από τον αρμόδιο Ειρηνοδίκη.
3. Με κοινή απόφαση των  Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,  που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ορίζονται και άλλοι φορείς δημόσιοι και ιδιωτικοί μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που επιτρέπεται να παρέχουν τη συνδρομή τους στους οφειλέτες για την επίτευξη εξωδικαστικού συμβιβασμού με τους πιστωτές τους.
4. Τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται μέσα σε πέντε εργάσιμες ημέρες από την υποβολή σε αυτά σχετικού αιτήματος του οφειλέτη να του παραδώσουν χωρίς επιβάρυνση αναλυτική κατάσταση των προς αυτά οφειλών του κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα.


Άρθρο 3
Αρμόδιο  δικαστήριο – Διαδικασία

Αρμόδιο δικαστήριο για την εκδίκαση της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 είναι το Ειρηνοδικείο στην περιφέρεια του οποίου ο οφειλέτης έχει την κατοικία του, άλλως τη συνήθη διαμονή του. Το αρμόδιο Ειρηνοδικείο δικάζει με τη  διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.



Άρθρο 4
Κατάθεση αίτησης και εγγράφων

1. Για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμόδιου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ίδιου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.
2. Μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει
α) τη βεβαίωση που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 2 και
β) υπεύθυνη δήλωση για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α και β της προηγούμενης παραγράφου και για τις μεταβιβάσεις εμπραγμάτων δικαιωμάτων επί ακινήτων, στις οποίες προέβη την τελευταία τριετία. Η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997 (Α’ 67)  εφαρμόζεται  και για την υπεύθυνη δήλωση του προηγούμενου εδαφίου.
3. Η δικάσιμος για τη συζήτηση της αίτησης προσδιορίζεται μέσα σε έξι μήνες από την ημερομηνία κατάθεσής της.
4. Ο οφειλέτης καταθέτει μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης στη γραμματεία του δικαστηρίου έγγραφα που έχει στη διάθεσή του σχετικά με την περιουσία του, τα κάθε φύσης εισοδήματά του, τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους.
5. Με την υποβολή της αίτησης ανοίγει στο αρμόδιο δικαστήριο φάκελος του οφειλέτη στον οποίο τοποθετούνται με μέριμνα της γραμματείας του όλα τα έγγραφα και στοιχεία της υπόθεσης.
6. Αν δεν συμπεριληφθεί στην κατάσταση της παραγράφου 1 πιστωτής, η απαίτησή του δεν επηρεάζεται  από την πορεία της διαδικασίας που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1.
7. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας και Ναυτιλίας και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται υποδείγματα των πιστοποιητικών, δηλώσεων, καταστάσεων και σχεδίων διευθέτησης οφειλών που προβλέπονται στο νόμο αυτό.


Άρθρο 5
Επίδοση της αίτησης

Ο οφειλέτης το αργότερο μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της αίτησης επιδίδει στους πιστωτές αντίγραφα α) της αίτησης με ορισμό δικασίμου για τη συζήτησή της, β) της κατάστασης  της υπάρχουσας περιουσίας και των εισοδημάτων του οφειλέτη και γ) του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών, με πρόσκληση να υποβάλλουν στην Γραμματεία του δικαστηρίου εγγράφως τις παρατηρήσεις και να δηλώσουν αν συμφωνούν με το προτεινόμενο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο μηνών από την υποβολή της αίτησης.  Οι πιστωτές μπορούν να λάβουν γνώση όλων των στοιχείων που προβλέπονται στην παράγραφο 5 του προηγούμενου άρθρου. Οι πιο πάνω πιστωτές μπορούν, με έγγραφό τους που κατατίθεται στη Γραμματεία του αρμόδιου δικαστηρίου να προτείνουν τροποποιήσεις του σχεδίου. Με την πάροδο της προθεσμίας αυτής άπρακτης τεκμαίρεται ότι ο πιστωτής συμφωνεί με το σχέδιο διευθέτησης των οφειλών. Στην πρόσκληση γίνεται μνεία για τη συνέπεια αυτή.
Άρθρο 6
Αναστολή καταδιωκτικών μέτρων

1. Η υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 δεν επιφέρει αναστολή των μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη. Μετά την υποβολή της αίτησης ο οφειλέτης ή κάθε άλλος που έχει έννομο συμφέρον μπορεί να ζητήσει από το αρμόδιο δικαστήριο που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων την αναστολή της εκτελεστικής διαδικασίας κατά του οφειλέτη. Η αναστολή χορηγείται έως την έκδοση της οριστικής απόφασης επί του σχεδίου διευθέτησης εάν πιθανολογείται ότι από την εκτέλεση θα προκληθεί ουσιώδης βλάβη στα συμφέροντα του αιτούντος και ότι θα ευδοκιμήσει η αίτηση. Η χορήγηση της αναστολής επάγεται αυτοδικαίως την απαγόρευση διάθεσης των περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη.
2. Το δικαστήριο μπορεί με αίτηση οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον που δικάζεται κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων  να διατάξει όποιο μέτρο κρίνει αναγκαίο για να αποτραπεί κάθε επιζήμια για τους πιστωτές μεταβολή της περιουσίας του οφειλέτη ή μείωση της αξίας της μέχρι να δημοσιευθεί η απόφαση επί της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4.
3. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που δεν είναι εξασφαλισμένες με ειδικό προνόμιο ή εμπράγματο δικαίωμα παύουν με την κοινοποίηση της αίτησης να παράγουν νόμιμους ή συμβατικούς τόκους. Οι οφειλές αυτές θεωρούνται ληξιπρόθεσμες και υπολογίζονται με την τρέχουσα κατά τον χρόνο κοινοποίησης της αίτησης αξία τους.
4. Οφειλές από στεγαστικά δάνεια  συνεχίζουν να εκτοκίζονται μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της αιτήσεως με το συμβατικό επιτόκιο ενήμερης οφειλής. Η  αναστολή των καταδιωκτικών μέτρων για τις οφειλές αυτές ανακαλείται αυτοδικαίως σε περίπτωση μη καταβολής από πλευράς του οφειλέτη του ποσού της ενήμερης τοκοχρεολυτικής δόσης που θα όφειλε να καταβάλει από το χρονικό σημείο επίδοσης της αίτησης, χωρίς να υπολογίζονται στο ποσόν αυτής προγενέστερες ληξιπρόθεσμες δόσεις.
Άρθρο 7
Δικαστικός Συμβιβασμός
1. Μέσα σε  αποκλειστική προθεσμία δεκαπέντε ημερών που αρχίζει με την πάροδο δύο μηνών από την υποβολή της αίτησης που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4, ο οφειλέτης, λαμβάνοντας υπόψη τις παρατηρήσεις των πιστωτών, μπορεί να επιφέρει μεταβολές στο αρχικό σχέδιο διευθέτησης, προκειμένου να επιτευχθεί συμφωνία όλων των πιστωτών. Οι πιστωτές ενημερώνονται με δική τους επιμέλεια για τις παραπάνω μεταβολές και λαμβάνουν θέση εγγράφως για το αναμορφωμένο σχέδιο μέσα σε είκοσι ημέρες από τη λήξη της προθεσμίας υποβολής τροποποιημένου σχεδίου. Τροποποίηση του σχεδίου μπορεί να λάβει χώρα μόνο μία φορά.
2. Αν κανένας πιστωτής δεν προβάλει αντιρρήσεις για το  αρχικό ή το τροποποιημένο σχέδιο διευθέτησης οφειλών ή συγκατατίθενται όλοι σε αυτό, θεωρείται ότι ο συμβιβασμός έχει γίνει αποδεκτός. Ο Ειρηνοδίκης με απόφασή του επικυρώνει το σχέδιο, το οποίο αποκτά πλέον ισχύ δικαστικού συμβιβασμού. Η αίτηση για ρύθμιση και απαλλαγή από τις οφειλές θεωρείται ότι ανακλήθηκε.
3. Αν συγκατατίθενται στο σχέδιο πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ του συνολικού ποσού των απαιτήσεων, στους οποίους περιλαμβάνονται σε κάθε περίπτωση το σύνολο των πιστωτών με  εμπραγμάτως εξασφαλιζόμενες απαιτήσεις και πιστωτές με απαιτήσεις που υπερβαίνουν το ήμισυ των  τυχόν εργατικών απαιτήσεων, το δικαστήριο, μετά από αίτηση του οφειλέτη ή οποιουδήποτε από τους πιστωτές που υποβάλλεται εγγράφως μέχρι τη συζήτηση, υποκαθιστά την έλλειψη συγκατάθεσης των πιστωτών που αντιτίθενται καταχρηστικά στο συμβιβασμό. Στην περίπτωση αυτή θεωρείται ότι επήλθε ο συμβιβασμός και ότι ανακλήθηκε η αίτηση για την απαλλαγή από τα χρέη.
4. Δεν επιτρέπεται υποκατάσταση της συγκατάθεσης πιστωτή όταν:
(α) η απαίτηση του πιστωτή που αντιτίθεται δεν ικανοποιείται  σε ανάλογο, σε σχέση με τους άλλους πιστωτές,  βαθμό ή (β) σε περίπτωση εφαρμογής του σχεδίου, ο πιστωτής που αντιτίθεται αποδεικνύει ότι θα περιέλθει σε δυσμενέστερη οικονομικά θέση από αυτήν στην οποία θα περιερχόταν, αν συνεχιζόταν η διαδικασία απαλλαγής του οφειλέτη από τις οφειλές ή (γ) αμφισβητείται απαίτηση από οφειλέτη ή οποιονδήποτε πιστωτή.
5. Αν δεν ενταχθεί στο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών απαίτηση ανέγγυου πιστωτή, στον οποίο επιδόθηκαν η αίτηση και το σχέδιο, η απαίτηση αποσβέννυται,  αν ο πιστωτής δεν λάβει εγγράφως θέση επί του σχεδίου μέσα στην προθεσμία που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5.
6. Οι πιστωτές δεν αποκτούν απαίτηση κατά του οφειλέτη για τα έξοδα και τις δαπάνες που δημιουργούνται από τη διαδικασία και το σχέδιο διευθέτησης οφειλών.

Άρθρο 8
Δικαστική ρύθμιση χρεών
1. Αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου ή αν  εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθίστανται  αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, το δικαστήριο ελέγχει  την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των  προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη. Η απόφαση εκδίδεται κατά προτεραιότητα. Αν το δικαστήριο απορρίψει την αίτηση του οφειλέτη δεν μπορεί να υποβληθεί νέα αίτηση πριν από την πάροδο δύο ετών.
2. Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, τη δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου, και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του συμμέτρως διανεμόμενο. Με την απόφαση μπορεί να οριστεί ότι το ποσό αυτό αναπροσαρμόζεται  ανά διαστήματα που ορίζονται σε αυτή με βάση αντικειμενικό δείκτη αναφοράς. Η καταβολή του ποσού γίνεται απευθείας στους πιστωτές, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το δικαστήριο. Σε περίπτωση που κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης περιέλθουν στον οφειλέτη περιουσιακά στοιχεία αιτία θανάτου, ο οφειλέτης υποχρεούται  να διαθέσει για την ικανοποίηση των πιστωτών το ήμισυ της αξίας αυτών.
3. O οφειλέτης οφείλει να εργάζεται κατά τη διάρκεια της περιόδου ρύθμισης της προηγούμενης παραγράφου σε κατάλληλη εργασία ή, αν  δεν εργάζεται,  να καταβάλει εύλογη προσπάθεια για την εξεύρεση ανάλογης εργασίας. Οφείλει επίσης να γνωστοποιεί μέσα σε ένα μήνα στη γραμματεία του δικαστηρίου κάθε μεταβολή κατοικίας ή εργασίας, αλλαγή εργοδότη καθώς και κάθε αξιόλογη βελτίωση των εισοδημάτων του ή των περιουσιακών του στοιχείων,  ώστε να ενημερώνεται ο φάκελος που τηρείται σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 4.
4. Με αίτηση του οφειλέτη ή πιστωτή, που επιδίδεται μέσα σε ένα μήνα από την υποβολή της στο αρμόδιο δικαστήριο, μπορεί να τροποποιείται η ρύθμιση οφειλών της απόφασης της προηγούμενης παραγράφου ως προς το ύψος των μηνιαίων καταβολών, όταν τούτο δικαιολογείται από μεταγενέστερα γεγονότα ή μεταβολές της περιουσιακής κατάστασης και των εισοδημάτων του οφειλέτη. Η ισχύς της απόφασης που τροποποιεί τη ρύθμιση  μπορεί να ανατρέχει στο χρόνο υποβολής της αίτησης τροποποίησης. Σε περίπτωση καταβολής από τον οφειλέτη σε πιστωτές μεγαλύτερου ποσού από αυτό που έχει οριστεί από το δικαστήριο σύμφωνα με την  παράγραφο 2, ο οφειλέτης  υποχρεούται να ικανοποιήσει συμμέτρως όλους τους πιστωτές.
5. Σε περιπτώσεις που εξαιτίας εξαιρετικών περιστάσεων, όπως χρόνια ανεργία χωρίς υπαιτιότητα του οφειλέτη, σοβαρά προβλήματα υγείας, ανεπαρκές εισόδημα για την κάλυψη στοιχειωδών βιοτικών αναγκών του οφειλέτη ή άλλων λόγων ίδιας τουλάχιστον βαρύτητας,  προσδιορίζονται με την απόφαση μηνιαίες καταβολές μικρού ύψους ή και μηδενικές, το δικαστήριο μπορεί με την ίδια απόφαση να ορίσει,  όχι νωρίτερα από πέντε μήνες, νέα δικάσιμο για επαναπροσδιορισμό των μηνιαίων καταβολών.
6. Η απόφαση που ορίζει μηνιαίες καταβολές είναι αμέσως εκτελεστή και δεν επιτρέπεται δικαστική αναστολή της. Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται.
Άρθρο 9
Διαδικασία ρευστοποίησης περιουσίας – Προστασία κύριας   κατοικίας

1. Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής. Εκκαθαριστής μπορεί να ορίζεται το πρόσωπο που προτείνουν πιστωτές οι οποίοι αντιπροσωπεύουν την  πλειοψηφία των πιστώσεων ή πρόσωπο από τον κατάλογο των πραγματογνωμόνων που προβλέπεται στο άρθρο  371 Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Έργο του εκκαθαριστή είναι αυτό που προσδιορίζεται ειδικά με την απόφαση του διορισμού του και, σε κάθε περίπτωση, η διαχείριση της περιουσίας του οφειλέτη, η διασφάλισή της σε όλο το νόμιμο ύψος της χάριν των πιστωτών, η πρόσφορη εκποίησή της, η προνομιακή ικανοποίηση των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο εκποιούμενο πράγμα  και η σύμμετρη ικανοποίηση των ανέγγυων πιστωτών. Οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα περί  συνδίκου εφαρμόζονται αναλόγως και στον εκκαθαριστή.
2. Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως μοναδική κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει σε εμβαδόν το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά τριάντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών μέχρι  συνολικό ποσό που ανέρχεται στο ογδόντα πέντε τοις εκατό της εμπορικής αξίας του ακινήτου της μοναδικής κατοικίας, όπως αυτή αποτιμάται από το δικαστήριο. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει και περίοδο χάριτος. Η εξυπηρέτηση της οφειλής γίνεται με επιτόκιο  που δεν υπερβαίνει αυτό της ενήμερης οφειλής ή το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της Τράπεζας της Ελλάδος κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, και χωρίς ανατοκισμό. Οι απαιτήσεις των πιστωτών που έχουν εμπράγματη ασφάλεια στο ακίνητο ικανοποιούνται προνομιακά από τις καταβολές του οφειλέτη με βάση την παρούσα παράγραφο. Για τον προσδιορισμό της περιόδου τοκοχρεολυτικής εξόφλησης της οριζομένης συνολικής οφειλής λαμβάνεται υπόψη η διάρκεια των συμβάσεων δυνάμει των οποίων χορηγήθηκαν πιστώσεις στον οφειλέτη. Η περίοδος πάντως αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τα είκοσι έτη. Η μη τήρηση από τον οφειλέτη  των υποχρεώσεων που επιβάλλονται κατ’ εφαρμογή της παραγράφου αυτής, επιτρέπει στον πιστωτή να κινήσει διαδικασίες αναγκαστικής εκτέλεσης κατά του οφειλέτη και της μοναδικής κατοικίας του.

Άρθρο 10
Καθήκον ειλικρινούς δήλωσης

1. Ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4 όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια, την οποία μπορεί να επικαλεσθεί με αίτησή του οποιοσδήποτε πιστωτής, εφόσον δεν έχει παρέλθει ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε, συνεπάγεται, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης,  την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί. Η αίτηση αυτή μπορεί να υποβληθεί μέχρι και δύο έτη μετά την επέλευση της απαλλαγής του οφειλέτη από οφειλές του. Πριν από  την πάροδο δύο ετών από την  απόρριψη για την αιτία αυτή αίτησης του οφειλέτη ή την έκπτωση του είναι απαράδεκτη η  υποβολή νέας αίτησης.
2. Ο οφειλέτης υποχρεούται να επιτρέπει στους πιστωτές την πρόσβαση σε στοιχεία που απεικονίζουν την οικονομική του κατάσταση και τα τρέχοντα εισοδήματά του. Παράβαση της υποχρέωσης αυτής από δόλο ή βαριά αμέλεια μπορεί, κατά την κρίση του δικαστηρίου, να επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ρύθμιση οφειλών και απαλλαγή.
3. Ύστερα από αίτηση πιστωτή στον οποίο έχει γίνει η επίδοση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 και η οποία διαβιβάζεται μέσω του αρμόδιου Εισαγγελέα, ο εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός έφορος είναι υποχρεωμένοι να δίνουν κάθε χρήσιμη πληροφορία για την περιουσιακή κατάσταση και τα εισοδήματα του οφειλέτη.


Άρθρο 11
Απαλλαγή από υπόλοιπα χρεών

1. Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του άρθρου 8 επιφέρει, με την επιφύλαξη των όσων ορίζονται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής έναντι όλων των πιστωτών, ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Το δικαστήριο με αίτηση του οφειλέτη που κοινοποιείται στους πιστωτές πιστοποιεί την απαλλαγή του από το υπόλοιπο των οφειλών.
2. Σε περίπτωση που ο οφειλέτης καθυστερεί την εκπλήρωση των υποχρεώσεων από τη ρύθμιση οφειλών  για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των δύο μηνών ή δυστροπεί επανειλημμένα στη τήρηση της ρύθμισης, το δικαστήριο διατάζει την έκπτωση του οφειλέτη από τη ρύθμιση  μετά από αίτηση  θιγόμενου πιστωτή που κατατίθεται το αργότερο μέσα σε τέσσερις μήνες από τη δημιουργία του λόγου έκπτωσης. Κάθε κλήτευση πραγματοποιείται πριν δέκα πέντε ημέρες.
3 Σε περίπτωση που δεν ευοδωθεί η απαλλαγή από τις οφειλές με τη διαδικασία του παρόντος νόμου, οι απαιτήσεις των πιστωτών επανέρχονται στο ύψος στο οποίο θα βρίσκονταν αν δεν είχε υποβληθεί η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4. Για τον προσδιορισμό του ύψους των απαιτήσεων αποκλείεται, εφόσον είχε γίνει δεκτή η αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4,  ο ανατοκισμός από την κοινοποίηση της αίτησης αυτής  στους πιστωτές και αφαιρούνται τα ποσά που έχουν καταβληθεί από τον οφειλέτη.

Άρθρο 12
Δικαιώματα ενέγγυων πιστωτών και έναντι εγγυητών
Τα δικαιώματα των πιστωτών έναντι συνοφειλετών ή εγγυητών του οφειλέτη, καθώς και τα δικαιώματα των εμπραγμάτως ασφαλισμένων πιστωτών επί του υπέγγυου αντικειμένου δεν θίγονται. Ο οφειλέτης απαλλάσσεται έναντι των εγγυητών,  των εις ολόκληρον υπόχρεων ή άλλων δικαιούχων σε αναγωγή.
Άρθρο 13
Τήρηση Αρχείου Αιτήσεων
1. Στη Γραμματεία κάθε Ειρηνοδικείου τηρείται αλφαβητικό αρχείο των προσώπων που έχουν υποβάλει την αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4, στο οποίο εγγράφονται τα ονόματα των αιτούντων, η πορεία των αιτήσεών τους και οι αποφάσεις που εκδίδονται. Στο Ειρηνοδικείο Αθηνών τηρείται Γενικό Αρχείο, στο οποίο καταχωρίζονται τα πιο πάνω στοιχεία για ολόκληρη τη χώρα. Από το αρχείο διαγράφονται ένα έτος μετά την υποβολή των αιτήσεων όλα τα στοιχεία που τηρούνται γι’ αυτές, εφόσον οι αιτήσεις απορριφθούν αμετάκλητα, ανακληθούν ή καταλήξουν σε δικαστικό συμβιβασμό σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 7 του παρόντος. Πρόσβαση σε πληροφορίες του αρχείου μπορεί να έχει κάθε ενδιαφερόμενος.  Μετά την πάροδο  πενταετίας από την επέλευση των αποτελεσμάτων της παραγράφου 1 του άρθρου 11 πρόσβαση σε στοιχεία του οφειλέτη στο αρχείο επιτρέπεται μόνο για τον έλεγχο της συνδρομής της προϋπόθεσης της παραγράφου 3 του άρθρου 1. Με απόφαση του Υπουργού  Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων καθορίζεται κάθε λεπτομέρεια σχετικά με την τήρηση των αρχείων και την πρόσβαση σε αυτά.
2. Πριν από τη συζήτηση αίτησης οφειλέτη που υποβάλλεται σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 4 του παρόντος  το Ειρηνοδικείο ελέγχει αυτεπαγγέλτως στο παραπάνω αρχείο αν εκκρεμεί  αίτηση για τον οφειλέτη αυτόν και αν έχει εκδοθεί απόφαση για ρύθμιση με απαλλαγή από τις οφειλές του.
Άρθρο 14
Ένδικα μέσα
Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και σε αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560  Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Άρθρο 15
Αναλογική εφαρμογή διατάξεων

Για τη ρύθμιση και απαλλαγή χρεών φυσικών προσώπων εφαρμόζονται, όπου επιβάλλεται, με την επιφύλαξη ειδικότερων διατάξεων του παρόντος,  οι διατάξεις του Πτωχευτικού Κώδικα.


Άρθρο 16
Χρόνος τήρησης και χρήσης δεδομένων

Ο χρόνος τήρησης από τα πιστωτικά ιδρύματα ή τρίτους χάριν αυτών δεδομένων οικονομικής συμπεριφοράς, που αναφέρονται στην διαδικασία του παρόντος νόμου, δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρονικό διάστημα των πέντε ετών από την επέλευση της απαλλαγής από τα χρέη σύμφωνα με το πρώτο εδάφιο της  παραγράφου 1 του άρθρου 11.
Άρθρο 17
Διαγραφή απαιτήσεων
Για απαιτήσεις πιστωτικών ιδρυμάτων  που διαγράφονται με τον παρόντα νόμο εφαρμόζεται το άρθρο 30 παρ. 10 του ν. 2789/2000  (Α’ 21). Τα διαγραφόμενα εκπίπτουν από τα ακαθάριστα έσοδα της χρήσης εντός της οποίας ενεργείται η διαγραφή προκειμένου για τον προσδιορισμό των φορολογητέων κερδών. Η ωφέλεια που αποκτάται από τη διαγραφή τόκων δεν θεωρείται εισόδημα υποκείμενο σε φορολογία.

Άρθρο 18
Αύξηση θέσεων Ειρηνοδικών
Ο αριθμός των οργανικών θέσεων των Ειρηνοδικών αυξάνεται κατά ογδόντα και ορίζεται συνολικά σε επτακόσιες σαράντα μία .

Άρθρο 19
Μεταβατικές διατάξεις.

1.  Για έξι μήνες από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως απαγορεύεται ο πλειστηριασμός ακινήτου που χρησιμεύει ως μοναδική κατοικία του οφειλέτη, εφόσον το εμβαδόν του δεν υπερβαίνει αυτό που προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 9.
2. Αιτήσεις που προβλέπονται στο άρθρο  4 υποβάλλονται μετά την πάροδο τεσσάρων μηνών από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Άρθρο 20
Έναρξη ισχύος του νόμου
Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Αθήνα,     Μαΐου 2010
ΟΙ ΥΠΟΥΡΓΟΙ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ, ΑΝΤΑΓΩΝΙΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ  ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΣ
ΛΟΥΚΑ Τ. ΚΑΤΣΕΛΗ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΩΝ
ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ
ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ, ΔΙΑΦΑΝΕΙΑΣ ΚΑΙ
ΑΝΘΡΩΠΙΝΩΝ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΩΝ
ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΑΣΤΑΝΙΔΗΣ