Κυριακή, 26 Δεκεμβρίου 2010

Ταυτόχρονα εντός και εναντίον του εμπορικού συστήματος


Κωνσταντίνος Ιωαννίδης
Υποψήφιος διδάκτωρ στο Πάντειο πανεπιστήμιο
Οταν πριν από 20 χρόνια τα προϊόντα Δίκαιου Εμπορίου αποκτούσαν το δικό τους σήμα πιστοποίησης και ουσιαστικά έκαναν την πρώτη τους δειλή εμφάνιση στις μαζικές αγορές της Ευρώπης, λίγοι ήταν εκείνοι που είχαν πιστέψει στη ραγδαία άνοδο των πωλήσεών τους σε πλήθος δυτικών αγορών (με προεξέχουσες εκείνες του Ην. Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ολλανδίας, των ΗΠΑ κ.ά.). Με τις ρίζες του να τοποθετούνται στα πρώτα χρόνια μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και έχοντας εμποτιστεί από τις μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές φιλοδοξίες της ταραχώδους δεκαετίας του 1960, το Δίκαιο Εμπόριο ξεκίνησε ως ένακίνημαβοήθειας προς τους περιθωριοποιημένους παραγωγούς του Τρίτου Κόσμου.

Προσφέροντας μια σταθερή και υψηλότερη τιμή από αυτή που επιβάλλουν οι κανόνες του συμβατικού εμπορίου και επενδύοντας στις τοπικές κοινωνίες της Αφρικής και της Λατινικής Αμερικής, το Δίκαιο Εμπόριο επιχείρησε να αμβλύνει τις παγκόσμιες κοινωνικές ανισότητες και να περιορίσει το οικονομικό χάσμα μεταξύ του βόρειου και του νότιου ημισφαιρίου. Στην προσπάθεια αυτή οι φορείς του Δίκαιου Εμπορίου ξεκίνησαν μια εντατική εκστρατεία γνωστοποίησης των προβλημάτων του αναπτυσσόμενου κόσμου, φέρνοντας παράλληλα στο προσκήνιο καταγγελίες εκμετάλλευσης των μικροπαραγωγών από αμφιλεγόμενες εμπορικές πρακτικές.

Σε αυτό το πλαίσιο, το Δίκαιο Εμπόριο επιχείρησε να αλλάξει τον συσχετισμό δυνάμεων στην παραγωγική αλυσίδα, ενισχύοντας αφενός τη θέση των περιθωριοποιημένων αγροτών και περιορίζοντας αφετέρου την ανάμειξη των μεσαζόντων παραγόντων μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών. Οπως ήταν φυσικό, η επιδίωξη του Δίκαιου Εμπορίου να αναπροσαρμόσει τις ισχύουσες συνθήκες παραγωγής, τιμολόγησης και διακίνησης των προϊόντων προκάλεσε τις αντιδράσεις αρκετών εταιρειών, που είτε άσκησαν κριτική στον τρόπο λειτουργίας του Δίκαιου Εμπορίου είτε αμφισβήτησαν την αποτελεσματικότητά του και εν τέλει την ίδια του τη βιωσιμότητα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελούν οι δηλώσεις εκπροσώπου της εταιρείας Cadbury Schweppes στη βρετανική εφημερίδα «Daily Τelegraph» το 2002: «Θεωρούμε πως είναι αδύνατον να ρυθμιστούν οι αγορές αγαθών που παράγονται και καταναλώνονται σε τόσο πολλές διαφορετικές χώρες (...). Το Δίκαιο Εμπόριο αντιστοιχεί σε λιγότερο από 0,1% της συνολικής παραγωγής κακάο,με αποτέλεσμα η πραγματική οικονομική βοήθεια προς τους αγρότες να είναι υπερβολικά περιορισμένη». Αλλωστε, μέχρι πρόσφατα οι περισσότερες εταιρείες απείχαν από το Δίκαιο Εμπόριο καθώς τη διάθεση των προϊόντων Δίκαιου Εμπορίου την είχαν αναλάβει αποκλειστικά Μη Κυβερνητικοί Οργανισμοί ή μικρές, ανεξάρτητες εταιρείες που ιδρύθηκαν βασισμένες στις αρχές του Δίκαιου Εμπορίου ή τις υιοθέτησαν εξ ολοκλήρου στην πορεία.

Οι εξελίξεις όμως στις παγκόσμιες αγορές υπήρξαν ιδιαίτερα ραγδαίες και η- μάλλον αναπάντεχη- πρόοδος του Δίκαιου Εμπορίου ανάγκασε αρκετές εταιρείες να επαναπροσδιορίσουν τη στάση τους ως προς αυτό. Προτού καν περάσουν επτά χρόνια από τη δήλωση αποκήρυξής του, η Cadbury ανακοίνωσε πως όλες οι σοκολάτες γάλακτος της εταιρείας στο Ηνωμένο Βασίλειο θα αρχίσουν να εφαρμόζουν τους κανόνες του Δίκαιου Εμπορίου. Αυτή η απόφαση έκανε τον γύρο του κόσμου και ήρθε να προστεθεί σε μια σειρά από άλλες αντίστοιχες αποφάσεις γνωστών πολυεθνικών εταιρειών.

Ηδη από το 2005 η εταιρεία Νestle εισήγαγε στη βρετανική αγορά τη μάρκα καφέ «Νescafe Ρartner΄s Βlend», που αποτελεί το πρώτο προϊόν Δίκαιου Εμπορίου στο χαρτοφυλάκιο του κολοσσιαίου οργανισμού. Επιπλέον, η παγκόσμια εταιρεία Starbucks έχει μετατρέψει σε Δίκαιο Εμπόριο ένα αρκετά σημαντικό ποσοστό του καφέ της σε αρκετές χώρες όπου δραστηριοποιείται, ενώ έχει θέσει στόχο να επεκτείνει αυτή την ενέργεια διεθνώς.

Ο Ρaul Rice, διευθύνων σύμβουλος της Τransfair USΑ, του μεγαλύτερου οργανισμού Δίκαιου Εμπορίου στην άλλη μεριά του Ατλαντικού, και ο Dub Ηay, ανώτερος αντιπρόεδρος των Starbucks, έκαναν κοινή διαδικτυακή εμφάνιση στις 12 Οκτωβρίου, παρουσιάζοντας τα οφέλη της συνεργασίας του Δίκαιου Εμπορίου με τη γνωστή πολυεθνική αλυσίδα καταστημάτων.

Είναι γεγονός πως μέσω της στήριξης των Starbucks και άλλων γνωστών εταιρειών οι πωλήσεις του Δίκαιου Εμπορίου έχουν γνωρίσει τεράστια ανάπτυξη διεθνώς. Το 2008 η αξία των πωλήσεων των προϊόντων Δίκαιου Εμπορίου ανήλθε σε σχεδόν 3 δισεκατομμύρια ευρώ, παρουσιάζοντας εντυπωσιακή αύξηση της τάξης του 250% μέσα σε πέντε χρόνια. Παράλληλα, υπολογίζεται πως από τις πωλήσεις αυτές επωφελούνται περίπου 1,5 εκατομμύριο αγρότες, που στην πλειοψηφία τους ανήκουν σε συνεταιρισμούς του αναπτυσσόμενου κόσμου.

Αυτή η αλματώδης ανάπτυξη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην πιστοποίηση όλο και περισσότερων γνωστών μαρκών με το σήμα του Δίκαιου Εμπορίου, καθώς σε πολλές χώρες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας, εταιρείες καταναλωτικών αγαθών και λιανέμποροι έχουν αρχίσει να αναζητούν τρόπους σύγκλησηςμε το Δίκαιο Εμπόριο, προκαλώντας όμως συχνά κύματα συζητήσεων και αντιδράσεων. Σε διεθνές επίπεδο το Δίκαιο Εμπόριο έχει πλέον περάσει στην εποχή του «κυρίαρχου ρεύματος» (mainstream), αποτελώντας επίκαιρο θέμα στα διεθνή μέσα ενημέρωσης και προσελκύοντας ως υποστηρικτές γνωστές προσωπικότητες από τον χώρο του θεάματος και της Τέχνης.

Το όψιμο ενδιαφέρον των μεγάλων εταιρειών για το Δίκαιο Εμπόριο ακολουθεί την αυξανόμενη καταναλωτική απαίτηση για «ηθικά προϊόντα» και παράλληλα δημιουργεί με τη σειρά του ένα αλυσιδωτό φαινόμενο περαιτέρω ζήτησης. Πώς γίνεται όμως το Δίκαιο Εμπόριο να είναι ταυτόχρονα «εντός και εναντίον της αγοράς»; Αυτή η οξύμωρη κατάσταση έχει δημιουργήσει στο εσωτερικό του Δίκαιου Εμπορίου δύο διαφορετικές τάσεις, ανάλογα με τον τρόπο που αντιμετωπίζουν τις πρόσφατες συμμαχίες.

Από τη μία μεριά, οι υπέρμαχοι της συνεργασίας με τις πολυεθνικές εταιρείες εστιάζουν στην αύξηση των πωλήσεων και στα οφέλη που προκύπτουν για ένα σημαντικό αριθμό επιπλέον παραγωγών. Θεωρούν επίσης πως η σταδιακή εναρμόνιση των εταιρειών με τις αξίες του Δίκαιου Εμπορίου θα οδηγήσει μακροπρόθεσμα σε ένα βιώσιμο και δικαιότερο εμπορικό σύστημα. Από την άλλη πλευρά, όσοι ασκούν κριτική στις πρόσφατες συνεργασίες του Δίκαιου Εμπορίου υπενθυμίζουν «πως σημασία δεν έχει να ευνοείς κάποιους, αλλά να μην αδικείς κανέναν» και κατακρίνουν τις εταιρείες για υποκρισία καθώς συνεχίζουν να διατηρούν τους συμβατικούς κανόνες της αγοράς για ένα μεγάλο κομμάτι της παραγωγής τους.

Επιπλέον, αντιμετωπίζουν τις πολυεθνικές επιχειρήσεις ως τμήμα ενός ευρύτερα άδικου εμπορικού συστήματος που δεν αρκεί να μεταρρυθμιστεί επιφανειακά, αλλά χρειάζεται ριζικές τομές. Καθώς το κίνημα του Δίκαιου Εμπορίου συνεχίζει να διαμορφώνεται και να αναπτύσσεται, είναι σχεδόν αναπόφευκτο να δημιουργούνται αντιθέσεις ανάμεσα στους διαφορετικούς του φορείς. Οταν όμως η εσωτερική αντιπαράθεση λαμβάνει μορφή μανιχαϊστικών διλημμάτων είναι πιθανό το Δίκαιο Εμπόριο να απομακρυνθεί από την εύρεση μιας πολύτιμης ισορροπίας μεταξύ των αυξανόμενων πωλήσεων και της ιδεολογικής του ακεραιότητας.

Οι διαφορετικές απόψεις δεν είναι αναγκαστικά επιβλαβείς, καθώς φωτίζουν ξεχωριστές εκφάνσεις ενός κινήματος που πέρα από το εμπόριο άπτεται ευρύτερων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων. Οι εξελίξεις στο Δίκαιο Εμπόριο αποκτούν ξεχωριστό ενδιαφέρον γιατί δεν αφορούν απλώς ένα κίνημα που αναπτύχθηκε ραγδαία, αλλά αποτελούν κομμάτι του διεθνούς, δημόσιου διαλόγου για το ζήτημα της παγκόσμιας φτώχειας.

http://www.newinka.g,

Δεν υπάρχουν σχόλια: